Ξανά-μανά Φεστιβάλ Αθηνών (1/12/2016)

Σχολιάκι 285
(Μετα πάσης ειλικρίνειας…)

Το Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου χρηματοδοτείται από το ελληνικό κράτος και λειτουργεί από το 1955. Όπως αναγράφεται στο καταστατικό του «την ευθύνη της διεξαγωγής του έχει η «Ελληνικό Φεστιβάλ» Α.Ε., που μέτοχός του είναι το Ελληνικό Δημόσιο». Ο Πρόεδρος του Φεστιβάλ ορίζεται απ’ ευθείας από τον υπουργό Πολιτισμού και όχι από κάποια επιτροπή και μ’ αυτή την έννοια, ο διορισμός τού Προέδρου είναι καθαρά «πολιτική επιλογή» και γίνεται κατόπιν σκέψεων και αποφάσεων της πολιτικής ηγεσίας σε ανώτατο επίπεδο…
Είναι νωπές ακόμα οι μνήμες του αδυσώπητου πολέμου, με τον οξύθυμο πάντα πρώην ΥΠΠΟ Νίκο Ξυδάκη, κατά του Σωτήρη Χατζάκη, στον αντίστοιχα πολιτιστικό χώρο τού Εθνικού Θεάτρου το 2015, με εύλογο αποτέλεσμα την εξόντωση του δεύτερου…
Τώρα, νέος Πρόεδρος του Φεστιβάλ Αθηνών ο Γιάννης Μηλιός, από τα παλαιά και σημαίνοντα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο και πάλαι ποτέ υπεύθυνος οικονομικής πολιτικής τού ΣΥΡΙΖΑ, άνθρωπος που τα… βρόντηξε, διαφωνώντας με τους χειρισμούς της πολιτικής ηγεσίας και τις κεντρικές επιλογές της, για να μην αναφερθούμε στην παρουσία Βαρουφάκη κλπ. Έκτοτε κράτησε σαφείς αποστάσεις από το πολιτικό κομμάτι του ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο μια τέτοια τοποθέτηση στο Φεστιβάλ Αθηνών παραμένει πολιτική απόφαση, όπως είναι η προεδρία στην ΕΡΤ, και τούτο σημαίνει πως ο νέος Πρόεδρος του Φεστιβάλ, είναι αναγκασμένος να ζητά και να διεκδικεί τα αναγκαία χρήματα, για τον προγραμματισμό τού φεστιβάλ και να περιμένει στήριξη από στελέχη και αντιλήψεις που από το 2015 καυτηρίαζε στα Μέσα κοινωνικής δικτύωσης…
Αυτή είναι μια πρώτη «ανάγνωση» του θέματος περί του νέου διορισμού στο καταπονημένο Φεστιβάλ από πολιτικές παρεμβάσεις και δύσκολες επικοινωνίες των ΔΣ με τους καλλιτεχνικούς διευθυντές. Το ερώτημα γιατί ο επικεφαλής να ορίζεται απ’ ευθείας από τον ΥΠΠΟ, θα μπορούσε να μας απασχολήσει αφού βλέπουμε πως οι διορισμοί, χρόνια τώρα, είναι αναποτελεσματικοί στη συντριπτική τους πλειοψηφία, με αποτέλεσμα το Φεστιβάλ, σε κάποιες περιπτώσεις να μην λειτουργεί εύρυθμα. Ας αλλάξει ο κανονισμός, ας εκσυγχρονιστεί το καταστατικό του Φεστιβάλ και ας αφήσουν οι κυβερνήσεις την αναχρονιστική πολιτική των διορισμών. Ίσως η σύσταση ανεξάρτητης αρχής διορισμένης από τη Βουλή των Ελλήνων με στόχο την δημιουργική λειτουργία του Φεστιβάλ, να είναι μια λύση με θετικότερη προοπτική.
Η επιλογή τού προέδρου, αποτέλεσμα συνήθως πολιτικών διεργασιών, δεν στάθηκαν πάντα ικανές να στηρίξουν τον όποιον σχεδιασμό και όραμα του επικεφαλής τού κεντρικού μας πολιτιστικού φεστιβάλ. Διότι πρώτον, ο πολιτισμός για να λάβει σχήμα, προοπτική και εδραίωση χρειάζεται χρόνο και δεύτερον, ποιον προγραμματισμό να οργανώσει ένας πρόεδρος, όταν γνωρίζει πως ο διορισμός αυτός θα έχει να αντιμετωπίσει τον γραφειοκρατικό κρατικό μηχανισμό και πιθανόν την αδυναμία ανεξαρτησίας και αυτονομίας ως προς τις αποφάσεις και επιλογές του.
Η δεύτερη «ανάγνωση», γύρω από το θέμα τού πρόσφατου διορισμού του Γιάννη Μηλιού, είναι η «υπενθύμιση» από τον ίδιο πως, οι λόγοι των διαφωνιών του με την οικονομική πολιτική τής κυβέρνησης, ισχύουν και δεν έχει απομακρυνθεί απ’ αυτές τις θέσεις… Ωραία! Πρέπει να ομολογήσουμε ότι η επισήμανση αυτή, από το νέο Πρόεδρο του Φεστιβάλ, είναι γενναία αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε με λεπτομέρειες που δεν πρέπει να ξεχνιούνται. Οι ανάγκες του διεθνούς Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου, με τις πολυποίκιλες καλλιτεχνικές επιλογές, από το αρχαίο δράμα έως την υπερσύγχρονη διασκευή θεατρικών παραστάσεων, από τις πιο εξειδικευμένες όπερες έως τις λεπτότερες αποχρώσεις τού ελληνικού τραγουδιού, η ανάγκη να συμπεριλαμβάνονται πρωτοπόρες παραστάσεις, που να τιμούν την ιστορία του συγκεκριμένου Φεστιβάλ, όλα αυτά τα δύσκολα δεν επιτυγχάνονται με «προσωρινές» τοποθετήσεις και επίδειξη ανοργανωσιάς σε διεθνή επίπεδα… (βλέπε δίωξη Λούκου, μετά από επιτυχημένη καλλιτεχνική πορεία, η αστειότητα Φαμπρ, η δύσκολη θέση στην οποία βρέθηκε ο Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος) όλα αυτά δείχνουν πως το ΥΠΠΟ, δεν αντιμετώπισε τον σημαντικό αυτό θεσμό με την πρέπουσα σοβαρότητα. Η ενασχόληση της διοικητικής μηχανής σε ένα τόσο εμβληματικό Φεστιβάλ, δεν επιτρέπεται να διαρκεί για μήνες… Οι διοικήσεις, θα το επαναλάβω, πρέπει να διαθέτουν μεγάλο μήκος χρόνου-χρόνων, ώστε να μπορούν να προγραμματίσουν και να οραματιστούν μια πορεία και μια πολιτιστική συνέχεια. Να εγγυώνται στην κάθε διοίκηση ένα πλαίσιο χρονικού διαστήματος τριών-τεσσάρων χρόνων για να προετοιμάζει, να προγραμματίζει και να δίνει έμφαση στην ποιότητα και την πολυμορφία των πολιτιστικών εκφάνσεων κι όχι να μπαλώνει καταστάσεις…
Αναρωτιέμαι: ο νέος πρόεδρος Γιάννης Μηλιός θα υιοθετήσει άραγε τη σοβαρότατη πρόταση, του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου, περί του Λυκείου Επιδαύρου; Υπενθυμίζω: «Κεντρική επιδίωξη της καλλιτεχνικής διεύθυνσης (του Θεοδωρόπουλου) είναι η ίδρυση, αρχής γενομένης από το 2017, του Λυκείου Επιδαύρου, ενός Διεθνούς Θερινού Σχολείου Αρχαίου Δράματος, που θα συμπεριλαμβάνει διαφορετικές αισθητικές τάσεις, καλλιτεχνικές “σχολές”, μεθόδους και ερμηνευτικές προσεγγίσεις, από τις πιο παραδοσιακές έως τις πιο ριζοσπαστικές. Ο νέος αυτός εκπαιδευτικός θεσμός που θα απευθύνεται σε νέους ηθοποιούς και σπουδαστές δραματικών σχολών από ολόκληρο τον κόσμο έχει στόχο να ζωντανέψει την περιοχή μέσα από την καλλιτεχνική δημιουργία και τη συνύπαρξη ανθρώπων διαφορετικών πολιτισμών».

Ο Μηλιός θα πρέπει να παλέψει για την καλλιτεχνία και την αποκλειστική εξυπηρέτηση των αναγκών της εύρυθμης λειτουργίας του Φεστιβάλ. Η ιστορία λέει πως δεν υπάρχει πρόεδρος Φεστιβάλ που να μην έχει κονταροχτυπηθεί με το γραφειοκρατικό κατεστημένο της κρατικής μηχανής, που εξακολουθεί να βλέπει τα τρένα να… περνούν, την ώρα που «όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλο τα ίδια μένουν». Γνωρίζει βαθιά πως αυτή η κυβέρνηση έχει το βλέμμα στραμμένο στην οικονομία και βρίσκεται μπροστά σε ιστορικές αποφάσεις για το μέλλον της χώρας. Γνωρίζει πρόσωπα και λεπτομέρειες, μια που υπήρξε ιστορικό στέλεχός της. Έτσι, η ευθύνη του ή η ενδεχόμενη άγνοιά του, για το τι κρύβεται πίσω από τους μηχανισμούς και τους απανωτούς διορισμούς, θα τον φέρει αντιμέτωπο ακόμα και με την ίδια την προσωπικότητά του.

Posted in Από 4/2010 και μετά | Σχολιάστε

Fidel! (28/11/2016)

Σχολιάκι 284
(Μετα πάσης ειλικρίνειας…)

Το όνομά του ηχεί δυνατά στα αυτιά μου, επειδή ανακαλεί τη νεότητά μου και τις σχέσεις μου με την Αριστερά (σε όποια μορφή την έχει ο καθένας στη συνείδησή του…) καθ’ όλη τη διάρκεια της ζώσας παρουσίας του.
Από την εφηβική μου ηλικία, τον πρόσθεσα στους ήρωές μου, δίπλα στον Γκαγκάριν, τον Γκεβάρα, τον Τσαϊκόφσκι, τον Μπαχ, τον Καρπόζηλο, τον Νεστορίδη, τον Πρίσλεϊ, τον Τζέιμς Ντιν κά. Αν είχα χώρο στο δωμάτιο, θα αναρτούσα αφίσα όπως αναρτιούνται στα δωμάτια των νέων σήμερα οι σταρ του τραγουδιού, της μόδας και άλλα ινδάλματα (Sakis πχ)…
Όχι, εμείς είμασταν πολιτικοποιημένοι και οργανωμένοι νέοι, αρκούντως θυμωμένοι με την κατακτητική μανία του ιμπεριαλισμού και του κεφαλαίου που καταπιέζουν εσαεί τις μικρότερες και ασθενέστερες χώρες. Το σύνθημα της εποχής «Cuba si, yanky no» ήταν στην ημερήσια διάταξη από το 1959 που η μικρή Κούβα του Κάστρο ανέτρεψε τον δικτάτορα Μπατίστα και η ιστορία του νησιού καθώς και εκείνη τού ψυχρού πολέμου, πήραν διαφορετική διάσταση.
Από τότε, ο Φιντέλ έγινε το… φιλαράκι μας. Τον νιώθαμε αδερφό και σύντροφο γιατί θα έβαζε τις βάσεις για ένα υπόδειγμα λειτουργίας τού τότε νέου σοσιαλιστικού οράματος, πέρα από το υπόλοιπο… υπόδειγμα των κρατών που απαρτίζανε τη Σοβιετική Ένωση. Ήταν τα τρανά παραδείγματα της Επανάστασης των αδικημένων του 20ού αιώνα, που χαρακτηρίστηκε και «αιώνας των επαναστατικών κινημάτων». Ο Φιντέλ είχε γίνει ο δικός μας μύθος και οι μύθοι της εποχής εκείνης δεν αστειεύονταν. Ήταν ισχυροί στις συνειδήσεις και τους υπερασπιζόμασταν σαν να ήταν οι επαναστάσεις και τα κινήματα κτήμα «δικό μας»…
Τα χρόνια περνούσαν και ο Φιντέλ συνέχιζε να υπάρχει και εντός μου, ιδιαίτερα μετά την διακοπή στήριξης από την κραταιά τότε Σοβιετία. Ένιωθα πως το μαρτυρικό νησί θα δυσκολευτεί αφόρητα στο υπογάστριο της Αμερικής. Τα χρόνια περνούσαν και εδέησε να ταξιδέψω ως την Αβάνα το 1978 σε ένα από τα παγκόσμια Φεστιβάλ της Νεολαίας το οποίο συνέχιζε να υπάρχει ως θεσμός στις σοσιαλιστικές χώρες. Μείναμε εκεί όσο διήρκεσε το φεστιβάλ. Μια γεμάτη εβδομάδα. Περιφερόμασταν στην Αβάνα με τις αποστολές άλλων εθνικοτήτων στις γειτονιές και τα συχνά οργανωμένα καρναβάλια, όπου το ποτό σε συνδυασμό με τις μπόσα νόβες, τις σάλσες, και τις Μιλλόνγκες, ανέβαζαν την αδρεναλίνη μέσα στο θέαμα της κουβανέζικης γυναικείας παρουσίας στα ολονύχτια καρναβάλια! Τίποτα δεν έδειχνε πως όλο αυτό συνέβαινε σε μια χώρα, ένα νησί, φτωχό και αποκλεισμένο… Μόνο όταν πολλοί από τους κατοίκους μας έβαζαν στα σπίτια τους για να μας κεράσουν μια τεκίλα και να μας δείξουν φωτογραφίες δίπλα στον τάδε επαναστάτη. Ήταν το καμάρι τους. Το σκηνικό ήταν συγκινητικό από πάσης απόψεως. Ο Φιντέλ και ο Τσε ήταν τα σύμβολα μιας άλλης εποχής που οι κουβανοί και όχι μόνο αυτοί, είχαν κλείσει στις καρδιές τους.
Βέβαια δεν θα ξετυλίξω εδώ όλη την ιστορία της μεταεπαναστατικής Κούβας. Τα χρόνια περνούσαν σαν το νερό στην κατηφόρα… Ο Φιντέλ ρίζωσε στο θώκο του Presidente, και μια διαφορετική εξουσία δέσποζε πλέον στο νησί, το οποίο πάλευε με τα μύρια προβλήματα που δημιουργούνται όταν εκλείπει το στοιχείο εκείνο που κινεί τα νήματα για οξυγόνο που έχουν ανάγκη τα πολιτεύματα και αυτό ακούει στα ονόματα: Δημοκρατία, Δικαιώματα, ελευθερίες, εμπόριο, ανταγωνισμός, ιδιοκτησιακές δυνατότητες, κέρδος, ανάπτυξη, κλπ. Αντ’ αυτών, ο Φιντέλ έστελνε γιατρούς, επιστήμονες, εκπαιδευτικούς, μουσικούς υψηλού επιπέδου, σε όσες χώρες είχαν ανάγκη. Δεν αρκούσε αυτό όμως. Η εξουσία του Κάστρο επέτρεψε να εισχωρήσει ο… αδελφός του, Ραούλ, ο οποίος ανέλαβε να διοικήσει «αντ’ αυτού». Οι λαϊκές αντιδράσεις μέσα και έξω από το νησί, δημιούργησαν ατμόσφαιρα δυσφορίας. Ο Φιντέλ επί μισό και πλέον αιώνα, ήταν ταυτοχρόνως ο σωτήρας και ο δεσμώτης μιας χώρας που περιμέναμε, εμείς οι απ’ έξω, να δημιουργηθεί το… θαύμα της μεταεπαναστατικής προόδου!
Δεν το είδαμε. Ο Φιντέλ εγκαθιδρύθηκε στην εξουσία και… ξέχασε να νοιαστεί για τη συνέχεια. Πληροφορίες για φυλακές και εξορίες δεν έλειψαν ποτέ και δεν ερχόντουσαν από τη… CIA. Είναι καταγγελίες συγγραφέων και άλλων προσωπικοτήτων. Για παράδειγμα, ο συγγραφέας Άλεν Γκίνσμπεργκ όταν το 1966 επισκέπτεται την Kούβα και βρήκε 45.000 έγκλειστους ομοφυλόφιλους…
Αλλά ο Φιντέλ παρέμεινε εκεί, πάντα γοητευτικός αλλά μονάρχης. Πάντα φλογερός στους λόγους του αλλά δοξάζοντας τον κουβανέζικο σοσιαλισμό μέσα από την μοναδικότητά του…
Άφησε την τελευταία του πνοή στις 25/11/2016. Έζησε 90 χρόνια και το όνομά του συνδέθηκε άρρηκτα με την Κούβα και τις μνήμες της νεότητάς μας. Ο Τσε και ο Φιντέλ υπήρξαν «σημεία αναφοράς» σε μια εποχή που είχαμε ανάγκη να φτιάξουμε τους δικούς μας μύθους, στην μετεμφυλιακή Ελλάδα του Άρη Βελουχιώτη, του Ζαχαριάδη, του Γλέζου… Γεγονότα, αντιφάσεις και εξελίξεις που έμελλαν να ανατρέψουν τις πολιτικές μας ιδεοληψίες στο πέρασμα του χρόνου ώστε να καταβληθεί προσπάθεια να διαμορφωθούν μέσα από τις σύγχρονες πολιτικές ιδιαιτερότητες…

Posted in Από 4/2010 και μετά | Σχολιάστε

Παππούς, γιος, εγγονός… (24/11/2016)


Σχολιάκι 283
(Μετα πάσης ειλικρίνειας…)

Πολλές φορές σκέφτομαι και διαπιστώνω πως οι γενιές εξελίσσονται σε χρονικούς κύκλους και τώρα κι εγώ ανήκω σε μια χρονική διάσταση που περιέχει τρεις κύκλους ζωής. Εκείνους του παππού, των παιδιών του και των εγγονών του… Οι τρεις αυτές χρονικές φάσεις περιέχουν ιστορία, μνήμες (πάλι αυτή η λέξη…), αλληλεξαρτήσεις και ενσυναίσθηση στην οικογενειακή αλυσίδα, συναισθήματα, αναζήτηση γενεαλογικού δένδρου, ατομικές πορείες, οι οποίες όλες μαζί αθροίζουν τη συνολική πορεία των γενεών και των χρονικών κύκλων που έχουν διανυθεί…
Μέσα σ’ αυτούς τους κύκλους διαβιούμε και περιφερόμαστε κατά βάση όλοι. Άντε να αναφερθώ και σε έναν τέταρτο (σπάνιο στην εποχή μας) που είναι η παρουσία δισέγγονων που επεκτείνουν τον οικογενειακό χρόνο. Τα σκέφτομαι όλα αυτά μετά από έναν ιδιαίτερο «αγώνα δρόμου» του αδελφού μου Κώστα, ο οποίος έχει βαλθεί εδώ και καιρό να αναζητήσει και να σχεδιάσει το γενεαλογικό δένδρο μας, που ξεκινάει από τον Πόντο και τις περιοχές γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα, και φθάνει να ρίχνει ρίζες και σπόρο στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα. Μια πορεία με πολλές ανατροπές, δυσκολίες, ανάμεσα σε πολέμους, μετακινήσεις, ξεριζωμούς, πείνες, φτώχεια, περιουσιακές καταστροφές, σταλινικές διώξεις, χιτλερικές κακοποιήσεις, πολιτικές διακρίσεις, όλα δηλαδή όσα υπέστη το μεγαλύτερο μέρος ενός άμοιρου κόσμου που, από το 1922 κι ύστερα, πέρασε από φωτιά και σίδερο…
Αμέτρητες ιστορίες που καταγράφηκαν σε βιβλία μαζί με άλλες αναρίθμητες, που δεν καταγράφηκαν καν ώστε να προστεθούν στο μεγάλο βιβλίο της ζωής και των μαρτυριών των απανταχού ξεριζωμένων Ελλήνων τού κόσμου. Εξ’ άλλου, η Ιστορία γράφεται σε χρονικούς κύκλους, οι οποίοι με την πάροδο του χρόνου συμπληρώνονται και διορθώνονται από διευκρινιστικές καταθέσεις, μαρτυρίες, ντοκουμέντα. Θα είναι ίσως η πρώτη φορά, από την αρχή τού 20ου αιώνα και εντεύθεν, που η ιστορία θα καταγραφεί στην κάθε της λεπτομέρεια τόσο γρήγορα, αφού οι πληροφορίες και οι πηγές έχουν το πλεονέκτημα να κινηματογραφούνται, να ηχογραφούνται, να αρχειοθετούνται ηλεκτρονικά και να αποστέλλονται από το ένα μέρος της γης στο άλλο με ταχύτητες μηδενικού χρόνου. Κάτι τέτοιο ήταν αδιανόητο στους παλαιότερους χρόνους κι έτσι η Ιστορία, σε πολλές των περιπτώσεων, γραφόταν αργά και σε πολλά σημεία λανθασμένα. Να λάβουμε υπ’ όψη μας πως η ιστορία των τεσσάρων αιώνων Τουρκικής κατοχής και κατόπιν τους αγώνες για την απελευθέρωση ελληνικών εδαφών και ελληνικών πληθυσμών, συνεχίζεται, ακόμα και πρόσφατα, να «διορθώνεται» με αποτέλεσμα να υπάρχουν ακόμα και τώρα δυσεξήγητα συμπεράσματα για το μεγάλο αυτό κομμάτι τής Ιστορίας μας. Πολιτικοί, Εθνικιστικοί, τοπικιστικοί και Θρησκευτικοί λόγοι, επιμένουν ακόμα σε διαφορετικές «οπτικές» τής Ιστορίας και της αποκατάστασής της… Ας πάρουμε το παράδειγμα της αρχαιολογικής έρευνας, για να αντιληφθούμε καλύτερα πόσο βοηθάνε, στην κατανόηση των ιστορικών περιόδων, τα ευρήματα των ανασκαφών. Πάντα οι ανασκαφές και οι αποκαλύψεις αρχαίων μνημείων και τόπων, προσθέτουν τις ψηφίδες τους στη γνώση των γεγονότων τού παρελθόντος, καθώς και στην αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας, προσθέτοντας επιπλέον έγκυρες πληροφορίες για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, του οποίου η Ιστορία συνεχώς ανανεώνεται και διορθώνεται.

Επιστρέφω όμως στο θέμα μου. Οι τρεις αυτοί γενεαλογικοί κύκλοι ζωής, με τον παππού, τον γιο και τον εγγονό, είναι και ο ορατός χρόνος που, μέσα από την προφορική κατάθεση, φωτίζει τις γνώσεις μας πάνω στο αντικείμενο της ανασύνθεσης των ιστοριών. Δηλαδή όλοι, τουλάχιστον οι περισσότεροι θα υποστήριζα, πληροφορούμαστε την οικογενειακή μας ιστορία, με απτό τρόπο και συγκεκριμένες μνήμες, από τη στιγμή που, έχοντας αναπτύξει ήδη συνείδηση τής ζωής μας, μαθαίνουμε, έστω και αποσπασματικά, στοιχεία για τη γέννηση και την πορεία τού πατέρα και του παππού μας. Πολύ σπάνια κάποιος θα ενδιαφερθεί για τον χρόνο και τα οικογενειακά γεγονότα πριν τη γέννηση του παππού του… Και τούτο συμβαίνει, ίσως, επειδή κατά κάποιον τρόπο η μνήμη εγκλωβίζεται από τον πρόσφατο χρόνο και τις κοινές εμπειρίες με τους αγαπημένους μας, αφού βρίσκουμε «έτοιμο υλικό» κι από «πρώτο χέρι» (διηγήσεις, προσωπικές περιγραφές, ομολογίες κλπ) και δεν ενδιαφέρεται για τον παρελθόντα χρόνο ανθρώπων που δεν γνωρίσαμε, έστω κι αν οφείλουμε την ύπαρξή μας και σε αυτούς. Μια τέτοια εξελικτική εξιστόρηση του μικρόκοσμού μας, αλλά και της Ιστορίας, ξετυλίγει το νήμα από γενιά σε γενιά. Δηλαδή συνοπτικά, νιώθω πως ανά τρεις γενιές (παππού, γιου και εγγονού) συμπληρώνεται κατά καιρούς η γενικότερη εικόνα τής Ιστορίας, η οποία δεν θα σταματήσει ποτέ να… διορθώνεται, εξαλείφοντας τα λαθεμένα στοιχεία και τις επιπόλαιες πληροφορίες, όσο αυτοί οι τρεις γενεαλογικοί κύκλοι συνεχίζουν να δίνουν την σκυτάλη της γνώσης και της πληροφορίας…
Οι τρεις (έστω τέσσερις γενεές μαζί με τα δισέγγονα) είναι ένα διάστημα που διαρκεί γύρω στα 250 συνεχόμενα χρόνια, αν υπολογιστεί η διάρκεια της κάθε γενιάς 80 χρόνια. Αυτά τα χρονικά διαστήματα είναι που τροφοδοτούν την ιστορία με πληροφορίες μέσω τού προφορικού λόγου, ο οποίος εξακολουθεί, παρ’ όλους τους κινδύνους τής μυθοπλασίας, να συμπίπτει σε μεγάλο ποσοστό με την άλλη την έγγραφη Ιστορία. Δεν γνώρισα τους δικούς μου παππούδες, αλλά πολλές φορές βρέθηκα με παππούδες φίλων μου και, τις περισσότερες φορές, απολάμβανα τις διηγήσεις τους σχετικά με δραματικές και σκληρές εποχές. Πολλοί απ’ αυτούς πνίγουν μέσα τους τέτοιες προσωπικές εμπειρίες, ώστε να μη διαιωνίσουν και να μη αναβιώσουν τη συγκίνηση τού επίπονου παρελθόντος Είναι στο χέρι σου να τους πλησιάσεις, να σε εμπιστευθούν κι έτσι να ξεδιπλώσουν τις μνήμες και τις εμπειρίες τους… Τότε, η… εξομολόγησή τους, γίνεται κομμάτι ιστορίας σημαντικό, με στοιχεία που μας πάνε ακόμα πιο πίσω και αυτό ρίχνει φως σε ό,τι θα θέλαμε να μάθουμε…
Εκτός από τα βιβλία και τις αναγραφόμενες πηγές, υπάρχουν και οι άνθρωποι, αρκεί να μιλάνε, να αφηγούνται και να μη λείπουν ποτέ από το αναγκαίο πάντα ιστορικό γίγνεσθαι…

Posted in Από 4/2010 και μετά | Σχολιάστε

Μνήμες των πόλεων (21/11/2016)

Σχολιάκι 282
(Μετα πάσης ειλικρίνειας…)

Έχω αναφερθεί από αυτές τις σελίδες για τη συνήθειά μου να διαβάζω ανελλιπώς τα άρθρα τού Κώστα Γεωργουσόπουλου στην εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ. Το Σάββατο (22/10) διάβασα το κείμενό του σχετικά με τη μνήμη, θέμα το οποίο, θα το έχετε πλέον εμπεδώσει αναγνώστριες και αναγνώστες μου, έχει παγιωθεί στις σκέψεις και τις αναζητήσεις μου και κατά καιρούς επανέρχεται στα κειμενάκια μου…
Αυτή τη φορά, ο θεατρολόγος-συγγραφέας, αναφέρει αρκετά παραδείγματα από τοπωνύμια της παλαιότερης Αθήνας τα οποία θα έπρεπε να σεβαστούν οι νεότεροι κι όχι να τα εξαφανίσουν… θάβοντας έτσι την παλαιά μνήμη (ποτάμια, αγάλματα, μνημεία, οικίες επιφανών ποιητών, συγγραφέων, συνθετών, πολιτικών, πνευματικών ανθρώπων κλπ). Πράγματι, οι νεότερες κυβερνήσεις (από το ’60 και μετά), υπό το βάρος τής εντονότατης αστυφιλίας (για οικονομικούς λόγους, ακόμα και για επιβίωση), επέτρεψαν στην υστερία τής οικοδόμησης να μπαζώσει ρέματα, ποτάμια, να ξηλώσει πλατείες και μνημεία, να κατεδαφίσει παλαιά κτήρια και, εντέλει, να θάψει έναν παλαιότερο ελληνικό πολιτισμό, με ασυνειδησία, άκρατο αρχοντοχωριατισμό και βεβαίως με τη σχετική διαπλοκή των αρμόδιων υπηρεσιών και ατέλειωτο φαγοπότι!
Γι’ αυτό όλοι μας πλέον αναπολούμε και προσπαθούμε να ανακαλέσουμε τις μνήμες μας (που είναι οι μνήμες όλων), ώστε φαντασιακά πλέον να… επανατοποθετήσουμε το παλαιό δίπλα στο καινούργιο τοπίο, για να συνυπάρξουν αρμονικά… Όχι πως ο βανδαλισμός, τον οποίο επέτρεψαν οι κυβερνήσεις, έχει περιοριστεί μόνο στις κυβερνήσεις και τις αναχρονιστικές τους επιλογές, αντιθέτως, αυτή η καταστροφή τής συλλογικής μνήμης έχει απλωθεί παντού! Στους Έλληνες πολίτες, συμπεριλαμβανομένων των νέων ηλικιών, η ασέβεια προς τον δημόσιο χώρο, τον πολιτισμό και την μνήμη έχει λάβει απίστευτες διαστάσεις. Να αναφέρω τους διαρκώς «άγνωστους», οι οποίοι δεν διστάζουν να σπάσουν ακόμα και αγάλματα που έγιναν προς τιμήν ανθρώπων τού πολιτισμού ή της αντίστασης, να καταστρέφουν μνημεία, παλαιά νεοκλασικά κτήρια, εκκλησίες, να βάφουν με ανόητα συνθήματα τοίχους, μνημεία και να σκεπάζουν ακόμα και τις πινακίδες της οδικής κυκλοφορίας…
Η συμπεριφορά αυτής της μεγάλης μερίδας πολιτών (όχλος, μάζα, μπουλούκια, «φίλαθλοι», «αγανακτισμένοι», πολιτικά γκρουπούσκολα, κλπ) δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετική από την κρατική αντίληψη περί προστασίας του δημόσιου χώρου και της ιστορικής παρουσίας στη σύγχρονη ζωή. Η κάθε συνοικία, η κάθε γειτονιά έχει ήδη προ πολλού αλλοιωθεί ή σκεπαστεί από ένα αντιαισθητικό τσιμεντένιο τοπίο ασφυκτικό και αγχωτικό, εικόνα τής σύγχρονης ανταγωνιστικής «φιλοσοφίας», που διέπει τον σημερινό μας κόσμο με τις επικρατούσες αντιλήψεις.
Τείνω να υποστηρίξω πως, εάν λείψουν παντελώς οι μνήμες τού παλαιού στοιχείου, τότε το σημερινό τοπίο δεν θα έχει ουδεμία σχέση με το παρελθόν, με το περασμένο, ή έστω εκείνο που υπήρξε ξεχωριστό. Βρισκόμαστε στο σημείο όπου θαρρείς και έχει απλωθεί ένα τεράστιο, γιγαντιαίο χαλί που σκεπάζει όλη σχεδόν την παλαιά πόλη (ίσως και όλες τις πόλεις και χωριά) της επικράτειας…
Τι λυπηρό! Για να το διορθώσω: Τι καταστροφικό, θα έλεγα! Να μην αναγνωρίζει η κάθε γενιά το τοπίο όπου μεγάλωσε ή εκείνο των προγόνων της… Και όταν παραπονιέμαι γι’ αυτό, μην φαντασθείτε φίλοι-ες μου πως θα ήθελα να παραμείνει όπως ήταν ο τόπος. Αντιθέτως, οφείλει να ανανεώνεται ακατάπαυστα, συνεχόμενα, αλλά με τρόπο που να συνυπάρχουν και να συνδυάζονται οι ιστορικές εποχές. Να εισχωρεί η μία μέσα στην άλλη. Να συνδυαστούν οι εποχές και οι μνήμες (των πόλεων). Το κάθε τοπίο είναι καθρέφτης πολιτισμού και συγκεκριμένης εποχής και η κάθε εποχή εμπεριέχει τους πνευματικούς της ανθρώπους, τους πολιτικούς, τις προσωπικότητες, τις ιστορικές της αναφορές, τα κτήρια, την αρχιτεκτονική της, τέλος τον πολιτισμό και τη μνήμη τής εποχής του. Η πολιτεία που αδιαφορεί για όλα αυτά, διαπράττει ηθικό ατόπημα κατά της χώρας και κατά κάποιον τρόπο, συναινεί… στο έγκλημα της επικάλυψης της όποιας μνήμης…
Αν θελήσω να μεταφέρω όλη αυτή τη σύγχρονη ασυνειδησία απέναντι στην κοινή μνήμη, από τις πολιτικές πρακτικές τουλάχιστον της μεταπολεμικής περιόδου, στη μουσική, κι εδώ τα παραδείγματα είναι πάμπολλα.
Στο χώρο τού ελληνικού τραγουδιού, στην εποχή που διανύουμε, το νέο τραγούδι τής ελαφρολαϊκής τσιφτετελοξευτίλας, που δεν έχει πάψει να παράγεται και να καταναλώνεται στις μέρες μας, έχει σκεπάσει με το δικό της χαλί (ή χάλι, διαλέξτε) τις παλαιότερες και νεότερες αξίες τού καλού ελληνικού τραγουδιού (νομίζω πως συνεννοούμαστε, έτσι;). Κατά τη γνώμη μου επαναλαμβάνεται η ίδια και παράλληλη καταστροφική πράξη, όπως και στις πόλεις που ήδη αναφέρθηκα.
Σήμερα πλέον, οι νεότεροι, «δυσκολεύονται» να θυμηθούν το συνθέτη Μάνο Χατζιδάκι (και όχι μόνο…). Η εξαέρωση και η ανυπαρξία τής παλαιάς μνήμης σε σύγχρονες κοινωνικές ομάδες, οι οποίες βρίσκονται στις παρυφές των πόλεων, απομονωμένες από την εκπαίδευση, την ενημέρωση, τις πληροφορίες και την επικοινωνία με τις υπόλοιπες μάζες, στερεί από αυτό το μεγάλο κομμάτι τού κόσμου ακόμα και τη διατήρηση τής μνήμης παλαιότερων πνευματικών καταθέσεων. Θαρρείς και ένας «άλλος κόσμος» γεννιέται και αναπτύσσεται με μια νέα κουλτούρα, αρκετά διαφορετική από το υπόλοιπο κομμάτι του κόσμου…
Οι μνήμες τής μουσικής θεωρώ πως είναι τόσο σημαντικές όσο και οι χαμένες μνήμες των παλαιότερων πόλεων με τις λιγότερο νεοπλουτίστικες ανάγκες, όταν η ανθρώπινη επικοινωνία (συναναστροφή) λειτουργούσε με διαφορετικούς κανόνες. Το τραγούδι τότε (ακόμα και τώρα σε ορισμένα τμήματα της κοινωνίας) λειτουργούσε σχεδόν… θεραπευτικά! Ήταν (και είναι) κοινός τόπος, κοινό συναίσθημα, κοινή ανάγκη έκφρασης. Και είναι-πιστεύω-περίλαμπρη νίκη των κοινωνικών ομάδων όταν νέες γενιές δημιουργούν κομπανίες και επιμένουν στον Τσιτσάνη, στους ρεμπέτες, στους λαϊκούς, ή ανακαλύπτουν τους επιλεγμένους, λεγόμενους «ελαφρούς», του αστικού τραγουδιού, καθώς και τον Χατζιδάκι, τον Μίκη και βαδίζουν σε τέτοιους «δρόμους» των σύγχρονών τους συνθετών. Δεν έχω καμία διάθεση να αγνοήσω ορισμένους από τη σύγχρονη μουσική σκηνή (του ’80, του ‘90), οι οποίοι με μια νεότερη άποψη ελληνικού ροκ προσφέρανε μελωδίες, ρυθμό, στιχουργία και έναν διαφορετικό λυρισμό.
Όμως, φοβάμαι-ομολογώ-την εξέλιξη του ελληνικού τραγουδιού μέσα στην ανάγκη για περισσότερο ηχητικό «εκσυγχρονισμό», όπως εκείνον της ανάπτυξης των σύγχρονων ελληνικών πόλεων που σάρωσαν τις αναφορές των εποχών και… στέρησαν από τον πολίτη το βαθύ συναίσθημα τής θύμησης…

Posted in Από 4/2010 και μετά | Σχολιάστε

Παραγωγός δίσκων (15/11/2016)

Σχολιάκι 281
(Μετα πάσης ειλικρίνειας…)

Περιδιαβαίνοντας στα διάφορα έντυπα γύρω από τον «Λεονάρντο», όπως προσφωνούσαν τον Κοέν στην Ύδρα οι γείτονες και φίλοι του, το μάτι μου έπεσε στο όνομα Τζον Χάμοντ (John Henry Hammond II, 15/12/1910–10/7/1987). Δισκογραφικός παραγωγός του Λέναρντ Κοέν από το 1967, ο οποίος παραγωγός είχε ανακαλύψει πέντε χρόνια πριν, τον Μπομπ Ντίλαν και μερικά χρόνια αργότερα, τον Μπρους Σπρίνγκστιν. Είναι ο ίδιος μουσικός παραγωγός που ανακάλυψε και παρουσίασε την σπουδαία Αρίθα Φράνκλιν και άλλους αστέρες τής παγκόσμιας δισκογραφικής βιομηχανίας όπως: Benny Goodman, Harry James, Charlie Christian, Billie Holiday, Count Basie, Teddy Wilson, Big Joe Turner, Pete Seeger, Babatunde Olatunji, George Benson, Freddie Green, Arthur Russell, Jim Copp, Asha Puthli, Stevie Ray Vaughan(!!!)
Εντυπωσιασμένος από έναν τέτοιο κατάλογο ονομάτων, που απορρέει από τις προσωπικές του παρεμβάσεις, βρήκα την αφορμή να υποστηρίξω πως αυτό που λέμε «Δισκογραφικός παραγωγός» είναι μια ιδιαιτέρως δύσκολη, επίπονη και ιδιόμορφη δουλειά, η οποία, στη χώρα μας, είναι διαφορετικά εννοούμενη απ’ ό,τι στην Αμερική και σε άλλες αναπτυγμένες δισκογραφικά και βιομηχανικά χώρες τής Ευρώπης. Ο εν λόγω τύπος, σπούδασε και κατάφερε να δημιουργήσει ένα πνευματικό-αισθητικό οπλοστάσιο, ώστε να «χωράει» διαφορετικές προσωπικότητες, διαφορετικά αισθητικά ρεύματα, με διαφορετικά στιλ, τεχνοτροπίες και ορίζοντες. Μη ξεχνάμε πως, ένας παραγωγός τής Αμερικής με τη μουσική με την οποία ασχολείται και δισκογραφεί, αποτείνεται σε ένα παγκόσμιο κοινό εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλα τα μήκη και πλάτη τού πλανήτη… Ήδη αυτή η επίγνωση, τής ποσοτικής διάστασης, αποτελεί ένα σοβαρό σημείο τής ποιοτικής και αριθμητικής διαφοράς τού βεληνεκούς μεταξύ αγγλοσαξωνικής δυναμικής (τουλάχιστον λόγω γλώσσας) από τη μια, καθώς και της ελληνικής δυναμικής που απευθύνεται το πολύ σε 10.000.000 ψυχές.
Αυτή η χαοτική διαφορά τού δέκτη (καταναλωτικό κοινό του δίσκου) καθορίζει και την αναπόφευκτη διαφορά τής ποιότητας τού «παραγωγού». Ακόμα και ο χρόνος ύπαρξης και οργάνωσης της ελληνικής δισκογραφίας είναι αρκετά λιγότερος από εκείνον της αγγλοσαξωνικής δισκογραφικής ανάπτυξης, αφού όλα, τα επί των μηχανικών αναπτύξεων στη χώρα μας, χαρακτηρίζονται από ρυθμούς… χελώνας λόγω ιστορικών και κοινωνικών αντίξοων συνθηκών.
Πώς να αναπτυχθεί η παραγωγή δίσκου στη χώρα μας όταν ο κάτοχος αναπαραγωγικών μηχανημάτων ήχου (γραμμόφωνα, πικ-απ αργότερα) ήταν περίπου στο 1,5% στη δεκαετία του ’60; Η μεγάλη κατανάλωση ελληνικού δίσκου στις δεκαετίες του ’70, ’80, ’90, ανέβασε απότομα τους δείκτες και βρήκε τη δισκογραφία απροετοίμαστη πάνω σε βασικά σημεία: ψυχολογία τής μάζας και των αναγκών ακρόασης, εξελικτική διαδικασία των μουσικών ειδών, διαχωρισμός τής ανάγκης διασκέδασης από εκείνη της ακρόασης ψυχαγωγίας (βλέπε αμέτρητες παραγωγές ζωντανών ηχογραφήσεων από «μαγαζιά της νύχτας», με όλα τα συμπαρομαρτούντα στοιχεία της προχειρότητας και της χαμηλότατης αισθητικής τής πίστας…) κλπ. Ανάμεσα σε άλλα παρατηρούμε και την υπερκατανάλωση που είχε παραχθεί σε εποχές όπως το ΄80 και το ’90, όπου το καταναλωτικό κοινό δεν μπορούσε να καταναλώσει την υπερπροσφορά των ελληνικών δισκογραφικών εταιριών. Μέσα σε αυτό το αριθμητικό τοπίο, οι Έλληνες παραγωγοί τού δίσκου, αλώθηκαν και υπηρέτησαν αυτό τον δισκογραφικό-κατά τη γνώμη μου-παραλογισμό τής πληθώρας προϊόντων που συμπιέζονταν, ως επί τω πλείστων, από τη διασκεδαστική-νυχτερινή «αισθητική» τής πίστας. Με πρόθυμους συμμάχους των παραγωγών των ιδιωτικών καναλιών τηλεοράσεων-ραδιοφώνων, καθώς και του καθημερινού και περιοδικού κίτρινου Τύπου, ο δρόμος τής ελληνικής δισκογραφίας δεν θα μπορούσε να βγει από τον δρόμο που όρισαν, επιπόλαια και «στο πόδι», οι δισκογραφικές εταιρίες.

Αυτό τον κυρίαρχο δρόμο ακολούθησαν οι Έλληνες παραγωγοί, εκτός (πάντα) εξαιρέσεων… Δεν ήρθαν από καμία σχολή, από καμία εξειδίκευση. Τοποθετήθηκαν από κάποιον διοικητικό διευθυντή, κυρίως για να βρίσκεται στο studio ηχογραφήσεων και να παρακολουθεί τη ροή. Στη συνέχεια, ακολούθησαν κι εκείνοι στο να ανιχνεύουν και να οσφραίνονται τον περιβάλλοντα μουσικό χώρο και να κάνουν τις προτάσεις τους με βάση τον-την τραγουδιστή-τρια που είχε… σουξέ στις νυχτερινές πίστες…Μερικοί Έλληνες παραγωγοί, που δούλεψαν στο εξωτερικό και ήρθαν σε επαφή με άλλες κοινωνίες, σημείωσαν επιτυχίες που αφορούσαν όμως αποκλειστικά τα εντός των συνόρων μας (βλέπε Φίλιππος Παπαθεοδώρου).
Θυμάμαι τον συγχωρημένο Μανώλη Ρασούλη με το χαρακτηριστικό παράδειγμα να εκλιπαρεί τις εταιρίες να αποδεχτούν τον πρώτο δίσκο των αδελφών Κατσιμίχα στη δεκαετία του ’80 και εκείνες να αδιαφορούν…
Αν πάμε στα παλιά, θα διαπιστώσουμε πως οι λαμπρές περίοδοι του ρεμπέτικου τραγουδιού, καθώς και του αστικού τής πόλης (με τους Αττίκ, Σουγιούλ, Γιαννίδη, Χαιρόπουλο, Σακκελλαρίδη κ,α) ή τις τόσες σημαντικές παρουσίες Ελλήνων ερμηνευτών, συνθετών, στιχουργών που γράψανε ιστορία στο εγχώριο τραγούδι, δεν είχαν κανέναν παραγωγό, παρά μόνο το ανοργάνωτο σπρώξιμο μεμονωμένων υπαλλήλων των εταιριών. Θα μπορούσαν να εξαιρεθούν οι Τάκης Λαμπρόπουλος (Columbia) και Αλέξανδρος Πατσιφάς (Lyra), οι οποίοι καθόρισαν για μεγάλο διάστημα τις παραγωγές τους ως διευθυντές των εταιριών που έπαιζαν συγχρόνως και τον ρόλο του παραγωγού…
Ας επιστρέψω όμως στον Αμερικανό Τζον Χάμοντ και στις συνεχείς ανακαλύψεις του. Ένας επαγγελματίας που γνώριζε την αξία των επιλογών του υποστηρίζοντας τες με την ευρύτερη μουσική του γνώση πάνω σε όργανα, τις σοβαρές σπουδές και τα ποικίλα ακούσματα, μαζί με την αναγκαία διείσδυση στο κομμάτι τής κοινωνίας που οσφραινόταν πως θα ταίριαζε στο αξιόλογο «προϊόν» του. Ο χρόνος απέδειξε πως οι ανακαλύψεις και οι παραγωγές τού Χάμοντ δεν ήταν επιπόλαιες και πρόχειρες. Ήταν προτάσεις που κατέληξαν να είναι διαχρονικές και ιστορικές στο μουσικό και αισθητικό «γίγνεσθαι» της σύγχρονης μουσικής σκηνής και του παγκόσμιου κοινού.
Ίσως η κατακερματισμένη σημερινή εγχώρια δισκογραφική κατάσταση να έχει ακόμα περισσότερη ανάγκη από έναν, τέτοιας ικανότητας, παραγωγό, για να ανακαλύψει τα νέα ταλέντα από το σκορποχώρι τού διαδικτύου και να δημιουργήσει μια νέα κατάσταση πραγμάτων… Μπορεί;

Posted in Από 4/2010 και μετά | 1 σχόλιο

Τραμπισμός (12/11/2016)

Σχολιάκι 280
(Μετα πάσης ειλικρίνειας…)

Νιώθω μαθητούδι που δίνει εξετάσεις στο σχολείο! Θα «πρέπει» κι εγώ να μπω στη διαδικασία να εκθέσω τις σκέψεις μου στην επί Τραμπ εποχής, η οποία ανοίγεται μπροστά μας, όχι πλέον ως ενδεχόμενο, αλλά ως ωμή πραγματικότητα. Αυτός είναι ο Πλανητάρχης, αυτός θα αποφασίζει, αυτός θα ορίζει, κατά μεγάλο μέρος, τις τύχες τής υφηλίου, αυτός ο εκτελεστής των αποφάσεων, ελπίζοντας να μην εξελιχθεί και σε «εκτελεστή» με άλλη έννοια…
Ο μονοσύλλαβος Πρόεδρος ας ελπίσουμε να μη μοιάσει στον προηγούμενο μονοσύλλαβο Μπους, τότε που η αμερικανική κυριαρχία εκτέθηκε και προκάλεσε τόσες παγκόσμιες καταστροφές (πολλές από τις οποίες συνεχίζονται τραγικά μέχρι και σήμερα) σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης!
Ο Πρόεδρος, πια, Τραμπ (θα πρέπει να το χωνέψουμε…) έρχεται ως αντιπαθέστατος εξουσιαστής μετά τον συμπαθέστατο Ομπάμα και οι συγκρίσεις θα είναι αναπόφευκτες στις συνειδήσεις τής παγκόσμιας κοινότητας. Κάθε βήμα, κίνηση, απόφαση, λεγόμενα, πράξεις κλπ, θα κρίνονται συγκριτικά, με βάση τη σχετική ασφάλεια που προσέδιδε η οκτάχρονη περίοδος Ομπάμα. Το ενδιαφέρον μας λοιπόν θα έχει να κάνει με την εξωτερική πολιτική τής Αμερικής, που ελπίζω να συμπεριλάβει και την περιοχή μας, όχι βεβαίως όπως το ΄60, το΄70, το ‘80 κ.λ.π…
Οι «εξετάσεις», που νιώθω πως υφίσταμαι αυτή τη στιγμή, γίνονται πραγματικότητα μόνο και μόνο επειδή, όπου βρεθώ και όπου σταθώ, οι συζητήσεις στα στέκια, στα café, στα γραφεία, στα μαγαζιά, στα σπίτια, στις παρέες, το κύριο θέμα συζητήσεων είναι εκείνο του τρόμου από την διάχυση και την καταλυτική επέκταση των διαφόρων μορφωμάτων του λαϊκισμού τής άκρας δεξιάς και των φασιστικών-ναζιστικών μικροκομμάτων, που ενδεχομένως να διογκωθούν από την ιδεολογική «τροφή» που θα παρέχεται από τον «μεγάλο αρχηγό» που, όπως φαίνεται, είναι πρόθυμος να θρέψει τέτοια πολιτικά μορφώματα, τα οποία μπορούν κάλλιστα να μας «πισωγυρίσουν» στις ακόμα πιο σκοτεινές εποχές πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο…
Δεν μπορώ να γνωρίζω αυτή τη στιγμή κατά πόσο, αυτή η σκοτεινή εικόνα που έχω κι εγώ, αντικατοπτρίζει την αλήθεια και την πραγματικότητα, αν θα εξελιχθεί δηλαδή έτσι όπως οι συζητήσεις και η αρθρογραφία των ημερών περιγράφουν.
Να είναι η αντιαισθητική του παρουσία; η αύρα τής παρακμιακής αμερικανιάς που εκπέμπει; ο δυναμισμός τής συντηρητίλας που εκφράζει; η ακατάσχετη βοθρολογία που ακούστηκε από το στόμα του; οι πολεμικές απειλές προς πάσα κατεύθυνση; ο απερίσκεπτος ρατσιστικός-φυλετικός, σεξιστικός του λόγος που τελειωμό δεν έχει; Αλήθεια, σε τι και πόσο θα μπορούσε να αλλάξει τις θέσεις και το περιεχόμενο των προεκλογικών του υποσχέσεων ένας τέτοιος άνθρωπος (?) του οποίου ανατίθεται η πορεία τού Πλανήτη Γη;;;
Εντάξει, γνωρίζουμε και από τα δικά μας χώματα πως η τήρηση των προεκλογικών υποσχέσεων είναι ένα «παιχνίδι» που εύκολα παίζεται όταν κανείς αποτείνεται στο πόπολο. Όταν, ιδιαίτερα, αυτό το πόπολο νιώθει ανασφαλές, άμοιρο, φτωχοποιημένο, εγκαταλελειμμένο και αναζητάει μια χαραμάδα για να βγει από το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιπέσει… Εκεί, στα σκοτεινά αδιέξοδα, η πολιτική (κάθε χρώμα πολιτικής) γεννάει συνεχώς νέους αδίστακτους «παίκτες» που αρπάζουν την ευκαιρία των τζάμπα υποσχέσεων και των μεγαλοστομιών. Το… πόπολο ακολουθεί, με τις απολιτίκ μάζες να μη διστάζουν να σταθούν στο πλευρό του «παίκτη» (όχι του πολιτικού).
Να ονομάσουμε λοιπόν την περίοδο αυτή «Τραμπισμό»; Μου φαίνεται ο όρος πολύ αδόκιμος και επιτρέψτε μου να τον προτείνω μεταξύ σοβαρού και αστείου. Ο «Τραμπισμός» λοιπόν δεν ισχυρίζομαι πως είναι πρωτοφανές σύμπτωμα, αλλά τουλάχιστον αυτή η λογική πρυτάνευσε παγκόσμια αυτούς τους δυο τελευταίους μήνες τής προεκλογικής αμερικανικής εμπειρίας και δικαιούται αυτό τον τίτλο.
Είναι η περίοδος του ξαφνιάσματος τώρα. Είναι η περίοδος της μεγαλύτερης έκρηξης του παγκόσμιου λαϊκισμού, που σημαίνει της «δεξιόστροφης-συντηρητικής» τάσης τού κάθε πολιτικού χώρου… Όσο περνάνε οι μέρες και χωνευτεί το ξάφνιασμα Τραμπ, η συνειδητοποίηση της παγκόσμιας ήττας από τους μορφωμένους, καλλιεργημένους, έμπειρους πολιτικούς αναλυτές, παλιές καραβάνες τής πολιτικής σχολιογραφίας, τη συσσωρευμένη πρακτική εμπειρία των σχολιαστών των καφενείων, όταν όλοι μα όλοι σχολιάζαμε τον κακό Τραμπ από τη μια, αλλά στεκόμασταν στην αδιαμφισβήτητη νίκη τής… «καλής» Χίλαρι από την άλλη, τότε θα μπορέσουμε να σκεφτούμε και το υπόλοιπο κομμάτι τής πραγματικότητας. Εκείνο του παγκόσμιου πολιτισμού που ξεκινάει από την ισορροπία τού οικολογικού συστήματος και την τήρηση των συμφωνιών για την προστασία του, περνάει από πλήθος καθημερινών αναγκών και φθάνει έως τις εκπαιδευτικές υποδομές, οι οποίες, όσο η γη φλέγεται σε διάφορα σημεία με ακατανόητους καταστροφικούς πολέμους, όλο και θα υποχωρούν με θλιβερές συνέπειες για την επιβίωση των ανθρώπων και τη δημοκρατική λειτουργία τών κοινωνιών. Και δεν θα είναι ο Τραμπ που θα ευνοήσει οποιαδήποτε τέτοια εκδοχή. Απεναντίας.

Η… μαθητική μου έκθεση εδώ τελειώνει. Νιώθω πως έπρεπε να πω δυο λόγια προς τους φίλους-ες μου, ώστε μη τυχόν και φανταστούν πως αδιαφορώ για αυτό τον παγκόσμιο μετασχηματισμό και το πέρασμα από τον Ομπάμα στον Τραμπ. Μια αλλαγή σκηνικού που τα παιδιά μας θα την εξιστορούν στα εγγόνια μας. Βέβαια-μεταξύ μας-ίσως να τους έχουμε πει ένα αφελές ψέμα:
Πως τάχατες ο κόσμος αυτός είναι, στην πλειοψηφία του, ώριμος για κάτι διαφορετικό…

Posted in Από 4/2010 και μετά | Tagged , | 1 σχόλιο

Λυδία Κονιόρδου (Μπροστά σε μια νέα δραματουργία…) (9/11/2016)

Σχολιάκι 279
(Μετα πάσης ειλικρίνειας…)

Ας ξεφύγουμε από την ψυχρολουσία Τραμπ. Δεν αντέχεται…

Η Λυδία Κονιόρδου είναι η νέα υπουργός Πολιτισμού και αυτό το γεγονός, σε μια στήλη σαν τη δική μου όπου, συχνά πυκνά, το περιεχόμενό της περιστρέφεται γύρω από θέματα που αφορούν άμεσα ή έμμεσα το πολιτισμικό περιβάλλον, δεν θα αποφύγω να το θίξω… Το ζήτημα δεν έχει να κάνει (προς το παρόν) με την Κονιόρδου. Θα ήταν άδικο από μεριάς μου να σχολιάσω την προσωπικότητά της μέσα από το πλαίσιο της δημόσιας διοίκησης ενός τόσο νευραλγικού υπουργείου το οποίο, όπως έχω υποστηρίξει πολλές φορές, διοικείται από ανθρώπους οι οποίοι συνήθως επιλέγονται μέσα από πολιτικά ρετάλια που περισσεύουν από τις υποχρεώσεις τής εκάστοτε κυβέρνησης.
Για να μην δημιουργηθεί παρεξήγηση, να τονίσω εξαρχής πως δεν θεωρώ σε καμία περίπτωση πως η Κονιόρδου είναι «ρετάλι της πολιτικής», γιατί μέχρι τώρα δεν την γνωρίσαμε ως πολιτική περσόνα και-βεβαίως-τα «ρετάλια» θα τα βρούμε σε άλλα πρόσωπα και σε άλλους χώρους…
Όμως, έχω πιάσει τον εαυτό μου να… στεναχωριέται όταν ακούω για διορισμούς σε υπουργεία ανθρώπων με αξία και συνεπή επαγγελματική πορεία όπως αυτήν της Κονιόρδου, η οποία σε όλη τη διάρκεια τής θεατρικής της παρουσίας υπήρξε και είναι πάντα ολόλαμπρη και ξεχωριστή. Στεναχωριέμαι ιδιαιτέρως για το ΥΠΠΟ και την ανάληψη ευθυνών από μια θεατράνθρωπο που ποτέ της δεν είχε ως αντικείμενο τις λύσεις σε τόσο περίπλοκα, πολύπλοκα, σύνθετα και ευαίσθητα προβλήματα που ζητούν όχι απλώς κατανόηση αλλά λύσεις!
Έχουμε υποστηρίξει πολλές φορές πως ο Πολιτισμός είναι η «βαριά βιομηχανία» αυτής τής χώρας. Δεν είναι ένα σχήμα λόγου αυτό. Αποδεικνύεται από πλήθος επιχειρημάτων με κυρίαρχες τις πνευματικές-μουσικές, λογοτεχνικές, ποιητικές, θεατρικές, εικαστικές κ.ά δυνάμεις που, μέσα στην εποχή τής βαθύτατης κρίσης, ενεργοποιούνται με καθημερινές δράσεις κρατώντας ζωντανή την παραγωγή πολιτισμού στη χώρα μας. Η συμπαράσταση του κράτους σε χρήμα και ηθικά στηρίγματα δεν είναι η πρέπουσα και οι μηχανισμοί τής πολιτείας αδυνατούν να υποστηρίξουν ακόμη και τα αναγκαία. Αυτή τη στιγμή το όλον Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, το Ωδείο Αθηνών, Το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, τα νέα κτήρια και οι λειτουργίες του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος, πολλοί αρχαιολογικοί χώροι και Μουσεία και άλλα που δεν χωράνε σ’ αυτό το σημείωμα, έχουν περιέλθει στις οικονομικές και διαχειριστικές εποπτείες τού κράτους. Η υπουργός θα αναλάβει ένα τεράστιο πακέτο εποπτείας και διαχείρισης και είναι αυτονόητο πως χρειάζεται κάτι περισσότερο από μια χρηστή διοίκηση ώστε να ανταπεξέλθει σε ένα τέτοιο… ναρκοπέδιο προβλημάτων. Ήδη η υπουργός, με το «καλημέρα», βρίσκει μπροστά της το πρόβλημα δυσαρέσκειας του ομότεχνού της σκηνοθέτη-καλλιτεχνικού διευθυντή τού Φεστιβάλ Αθηνών, Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου.
Αρνητικές σχέσεις και προστριβές με το ΔΣ αυτού του ταλαίπωρου Φεστιβάλ καταγγέλλει ο Θεοδωρόπουλος και αυτό σημαίνει πως η υπουργός οφείλει να ξαναδεί την ποιότητα των επιτροπών και των Διοικητικών συμβουλίων τα οποία παίζουν σημαντικό ρόλο στη ομαλή εξέλιξη των αποφάσεων και την λειτουργία των Οργανισμών…
Ας πάμε όμως στην ουσία των πραγμάτων.
Τόσο από τη δική μου εμπειρία όσο και γνωστών, φίλων, συνεργατών και από όλα όσα έρχονται στο φως της δημοσιότητας, συμπεραίνω πως η ενασχόληση προικισμένων ανθρώπων των γραμμάτων, των τεχνών και του πνεύματος με τόσο υψηλούς διοικητικούς-θεσμικούς θώκους, ισοδυναμεί με περίπατο σε ναρκοπέδιο! Ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία, όπως έχει δείξει και η σχετική εμπειρία, ουδείς υπουργός Πολιτισμού στάθηκε στον θώκο του πάνω από έναν χρόνο (ή ακόμα και μήνες), τόσο με δεξιές όσο και με αριστερές κυβερνήσεις. Σε μια πολιτεία όπου ο κρατικός μηχανισμός αποδεικνύει καθημερινά την ποιοτική του ανεπάρκεια και κατάπτωση, ως προς τα πνευματικά προϊόντα και τις αξιακές τους εκτιμήσεις, όταν ουδείς μπορεί να εμποδίσει πλέον την εμπορική κακογουστιά επενδύοντας, ηθικά τουλάχιστον, στη δυναμική των πνευματικών προϊόντων, σημαίνει πως κάτι σάπιο και οξειδωμένο υπάρχει στη μήτρα των πραγμάτων…
Η Λυδία Κονιόρδου, από τη δική της φωλιά, που τώρα ξαφνικά έγινε κάστρο θεσμικό, έχει να παλέψει με όλα αυτά, θα πρέπει να εποπτεύει και να αποφασίζει, θα βρεθεί μπροστά σε εκατοντάδες ογκώδεις φακέλους που περικλείουν θέματα, υποθέσεις, σχεδιασμούς, προοπτικές, θέματα αρχαιοτήτων, πνευματικής ιδιοκτησίας, οργανισμών. Ένα μελίσσι του οποίου τα βουητά θα είναι πάντα ακατάπαυστα και θορυβώδη. Όλοι αυτοί οι φάκελοι περιμένουν απαντήσεις, διευθετήσεις, ισορροπίες, λύσεις… Ελπίζω πραγματικά η υπουργός να ξεπεράσει όλον αυτό τον κυκεώνα προβλημάτων που αιωρούνται ή και «υποβόσκουν» μέσα στη σκοτεινή γραφειοκρατία που ελλοχεύει κάθε φορά και ροκανίζει, σαν τρωκτικό, το σώμα στο οποίο κατοικοεδρεύει…
Η δραματουργός υπουργός έχει τις καλύτερες των προθέσεων. Κι εμείς μαζί της ενδιαφερόμαστε να πετύχει, παρ’ όλους τους φόβους και τους ενδοιασμούς που προανέφερα. Μας ενδιαφέρει όλους εμάς γιατί επιτέλους θα πρέπει κάποιος υπουργός να δώσει χώρο και οξυγόνο σε στρατιές καλλιτεχνικών και πνευματικών δυνάμεων, όπως και λύσεις σε πολλά και χρονίζοντα προβλήματα! Ζητάω η υπουργός να μεταμορφωθεί σε μια ικανή διαχειρίστρια που θα βάλει επιτέλους το κάρο πίσω από το άλογο.
Δικαιούται να δοκιμάσει…

Posted in Από 4/2010 και μετά | 1 σχόλιο