Παραγωγός δίσκων (15/11/2016)

Σχολιάκι 281
(Μετα πάσης ειλικρίνειας…)

Περιδιαβαίνοντας στα διάφορα έντυπα γύρω από τον «Λεονάρντο», όπως προσφωνούσαν τον Κοέν στην Ύδρα οι γείτονες και φίλοι του, το μάτι μου έπεσε στο όνομα Τζον Χάμοντ (John Henry Hammond II, 15/12/1910–10/7/1987). Δισκογραφικός παραγωγός του Λέναρντ Κοέν από το 1967, ο οποίος παραγωγός είχε ανακαλύψει πέντε χρόνια πριν, τον Μπομπ Ντίλαν και μερικά χρόνια αργότερα, τον Μπρους Σπρίνγκστιν. Είναι ο ίδιος μουσικός παραγωγός που ανακάλυψε και παρουσίασε την σπουδαία Αρίθα Φράνκλιν και άλλους αστέρες τής παγκόσμιας δισκογραφικής βιομηχανίας όπως: Benny Goodman, Harry James, Charlie Christian, Billie Holiday, Count Basie, Teddy Wilson, Big Joe Turner, Pete Seeger, Babatunde Olatunji, George Benson, Freddie Green, Arthur Russell, Jim Copp, Asha Puthli, Stevie Ray Vaughan(!!!)
Εντυπωσιασμένος από έναν τέτοιο κατάλογο ονομάτων, που απορρέει από τις προσωπικές του παρεμβάσεις, βρήκα την αφορμή να υποστηρίξω πως αυτό που λέμε «Δισκογραφικός παραγωγός» είναι μια ιδιαιτέρως δύσκολη, επίπονη και ιδιόμορφη δουλειά, η οποία, στη χώρα μας, είναι διαφορετικά εννοούμενη απ’ ό,τι στην Αμερική και σε άλλες αναπτυγμένες δισκογραφικά και βιομηχανικά χώρες τής Ευρώπης. Ο εν λόγω τύπος, σπούδασε και κατάφερε να δημιουργήσει ένα πνευματικό-αισθητικό οπλοστάσιο, ώστε να «χωράει» διαφορετικές προσωπικότητες, διαφορετικά αισθητικά ρεύματα, με διαφορετικά στιλ, τεχνοτροπίες και ορίζοντες. Μη ξεχνάμε πως, ένας παραγωγός τής Αμερικής με τη μουσική με την οποία ασχολείται και δισκογραφεί, αποτείνεται σε ένα παγκόσμιο κοινό εκατοντάδων εκατομμυρίων ανθρώπων σε όλα τα μήκη και πλάτη τού πλανήτη… Ήδη αυτή η επίγνωση, τής ποσοτικής διάστασης, αποτελεί ένα σοβαρό σημείο τής ποιοτικής και αριθμητικής διαφοράς τού βεληνεκούς μεταξύ αγγλοσαξωνικής δυναμικής (τουλάχιστον λόγω γλώσσας) από τη μια, καθώς και της ελληνικής δυναμικής που απευθύνεται το πολύ σε 10.000.000 ψυχές.
Αυτή η χαοτική διαφορά τού δέκτη (καταναλωτικό κοινό του δίσκου) καθορίζει και την αναπόφευκτη διαφορά τής ποιότητας τού «παραγωγού». Ακόμα και ο χρόνος ύπαρξης και οργάνωσης της ελληνικής δισκογραφίας είναι αρκετά λιγότερος από εκείνον της αγγλοσαξωνικής δισκογραφικής ανάπτυξης, αφού όλα, τα επί των μηχανικών αναπτύξεων στη χώρα μας, χαρακτηρίζονται από ρυθμούς… χελώνας λόγω ιστορικών και κοινωνικών αντίξοων συνθηκών.
Πώς να αναπτυχθεί η παραγωγή δίσκου στη χώρα μας όταν ο κάτοχος αναπαραγωγικών μηχανημάτων ήχου (γραμμόφωνα, πικ-απ αργότερα) ήταν περίπου στο 1,5% στη δεκαετία του ’60; Η μεγάλη κατανάλωση ελληνικού δίσκου στις δεκαετίες του ’70, ’80, ’90, ανέβασε απότομα τους δείκτες και βρήκε τη δισκογραφία απροετοίμαστη πάνω σε βασικά σημεία: ψυχολογία τής μάζας και των αναγκών ακρόασης, εξελικτική διαδικασία των μουσικών ειδών, διαχωρισμός τής ανάγκης διασκέδασης από εκείνη της ακρόασης ψυχαγωγίας (βλέπε αμέτρητες παραγωγές ζωντανών ηχογραφήσεων από «μαγαζιά της νύχτας», με όλα τα συμπαρομαρτούντα στοιχεία της προχειρότητας και της χαμηλότατης αισθητικής τής πίστας…) κλπ. Ανάμεσα σε άλλα παρατηρούμε και την υπερκατανάλωση που είχε παραχθεί σε εποχές όπως το ΄80 και το ’90, όπου το καταναλωτικό κοινό δεν μπορούσε να καταναλώσει την υπερπροσφορά των ελληνικών δισκογραφικών εταιριών. Μέσα σε αυτό το αριθμητικό τοπίο, οι Έλληνες παραγωγοί τού δίσκου, αλώθηκαν και υπηρέτησαν αυτό τον δισκογραφικό-κατά τη γνώμη μου-παραλογισμό τής πληθώρας προϊόντων που συμπιέζονταν, ως επί τω πλείστων, από τη διασκεδαστική-νυχτερινή «αισθητική» τής πίστας. Με πρόθυμους συμμάχους των παραγωγών των ιδιωτικών καναλιών τηλεοράσεων-ραδιοφώνων, καθώς και του καθημερινού και περιοδικού κίτρινου Τύπου, ο δρόμος τής ελληνικής δισκογραφίας δεν θα μπορούσε να βγει από τον δρόμο που όρισαν, επιπόλαια και «στο πόδι», οι δισκογραφικές εταιρίες.

Αυτό τον κυρίαρχο δρόμο ακολούθησαν οι Έλληνες παραγωγοί, εκτός (πάντα) εξαιρέσεων… Δεν ήρθαν από καμία σχολή, από καμία εξειδίκευση. Τοποθετήθηκαν από κάποιον διοικητικό διευθυντή, κυρίως για να βρίσκεται στο studio ηχογραφήσεων και να παρακολουθεί τη ροή. Στη συνέχεια, ακολούθησαν κι εκείνοι στο να ανιχνεύουν και να οσφραίνονται τον περιβάλλοντα μουσικό χώρο και να κάνουν τις προτάσεις τους με βάση τον-την τραγουδιστή-τρια που είχε… σουξέ στις νυχτερινές πίστες…Μερικοί Έλληνες παραγωγοί, που δούλεψαν στο εξωτερικό και ήρθαν σε επαφή με άλλες κοινωνίες, σημείωσαν επιτυχίες που αφορούσαν όμως αποκλειστικά τα εντός των συνόρων μας (βλέπε Φίλιππος Παπαθεοδώρου).
Θυμάμαι τον συγχωρημένο Μανώλη Ρασούλη με το χαρακτηριστικό παράδειγμα να εκλιπαρεί τις εταιρίες να αποδεχτούν τον πρώτο δίσκο των αδελφών Κατσιμίχα στη δεκαετία του ’80 και εκείνες να αδιαφορούν…
Αν πάμε στα παλιά, θα διαπιστώσουμε πως οι λαμπρές περίοδοι του ρεμπέτικου τραγουδιού, καθώς και του αστικού τής πόλης (με τους Αττίκ, Σουγιούλ, Γιαννίδη, Χαιρόπουλο, Σακκελλαρίδη κ,α) ή τις τόσες σημαντικές παρουσίες Ελλήνων ερμηνευτών, συνθετών, στιχουργών που γράψανε ιστορία στο εγχώριο τραγούδι, δεν είχαν κανέναν παραγωγό, παρά μόνο το ανοργάνωτο σπρώξιμο μεμονωμένων υπαλλήλων των εταιριών. Θα μπορούσαν να εξαιρεθούν οι Τάκης Λαμπρόπουλος (Columbia) και Αλέξανδρος Πατσιφάς (Lyra), οι οποίοι καθόρισαν για μεγάλο διάστημα τις παραγωγές τους ως διευθυντές των εταιριών που έπαιζαν συγχρόνως και τον ρόλο του παραγωγού…
Ας επιστρέψω όμως στον Αμερικανό Τζον Χάμοντ και στις συνεχείς ανακαλύψεις του. Ένας επαγγελματίας που γνώριζε την αξία των επιλογών του υποστηρίζοντας τες με την ευρύτερη μουσική του γνώση πάνω σε όργανα, τις σοβαρές σπουδές και τα ποικίλα ακούσματα, μαζί με την αναγκαία διείσδυση στο κομμάτι τής κοινωνίας που οσφραινόταν πως θα ταίριαζε στο αξιόλογο «προϊόν» του. Ο χρόνος απέδειξε πως οι ανακαλύψεις και οι παραγωγές τού Χάμοντ δεν ήταν επιπόλαιες και πρόχειρες. Ήταν προτάσεις που κατέληξαν να είναι διαχρονικές και ιστορικές στο μουσικό και αισθητικό «γίγνεσθαι» της σύγχρονης μουσικής σκηνής και του παγκόσμιου κοινού.
Ίσως η κατακερματισμένη σημερινή εγχώρια δισκογραφική κατάσταση να έχει ακόμα περισσότερη ανάγκη από έναν, τέτοιας ικανότητας, παραγωγό, για να ανακαλύψει τα νέα ταλέντα από το σκορποχώρι τού διαδικτύου και να δημιουργήσει μια νέα κατάσταση πραγμάτων… Μπορεί;

Advertisements

About Νότης Μαυρουδής

Κιθαριστής-Συνθέτης-Μουσικοπαιδαγωγός-Αρθρογράφος τύπου και ραδιοφώνου-Διευθυντής του www.tar.gr
This entry was posted in Από 4/2010 και μετά. Bookmark the permalink.

One Response to Παραγωγός δίσκων (15/11/2016)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s